THEATRE / ΘΕΑΤΡΟ
To θερμοκήπιο @ Θέατρο Οδού Κυκλάδων
2.5

Το βράδυ των Χριστουγέννων, την ώρα που το χιόνι έχει γίνει λάσπη, έξω από το ίδρυμα πέντε υπάλληλοι και ο επικεφαλής του αναζητούν τον ένοχο που άφησε έγκυο μια ασθενή και δολοφόνησε έναν άλλο. Το Θερμοκήπιο στην πρώτη του εκδοχή απορρίφθηκε από τον βραβευμένο με Νόμπελ δημιουργό του Χάρολντ Πίντερ. Απορίας άξιο είναι γιατί επιλέχθηκε από τον σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή του Λευτέρη Βογιατζή.

Μια ομάδα εξαιρετικά ιδιόρρυθμων υπαλλήλων και ο επικεφαλής της εργάζονται σε ένα δημόσιο ίδρυμα στο οποίο ποτέ δεν προσδιορίζεται τι έχει συμβεί στους ασθενείς του, για ποιο λόγο βρίσκονται εκεί και ποιοι είναι. Ουδέποτε αναφέρεται κάποιο όνομα τροφίμου, αφού όλοι τους αναγνωρίζονται από έναν τετραψήφιο αριθμό που ορίζει την ταυτότητα τους. Το γεγονός όμως που θα τους απασχολήσει αυτό το βράδυ είναι η γέννηση ενός παιδιού από μια ασθενή και ο αγνώστου ταυτότητας πατέρας του. Ο επικεφαλής θα διατάξει την εντόπιση του ενόχου και ο ιδρυματισμός που φαινομενικά θεραπεύει τους ασθενείς θα εκδηλωθεί με τον πιο σαφή τρόπο στους ίδιους τους υπαλλήλους του. Η δύναμη της εξουσίας, η ανάγκη για ανέλιξη και τελικά η ίδια η παθογένεια αυτών που καλούνται να θεραπεύσουν ξεγυμνώνει και ξεσκεπάζει χαρακτήρες και καταστάσεις. Η βασική ιδέα του έργου έχει ενδιαφέρον. Η απόδοση της όμως σε ένα μακροσκελές έργο, με ελλειπτικούς διαλόγους που δεν οδηγούν πουθενά και σκηνές που συχνά δεν παρουσιάζουν συνοχή μεταξύ τους αποπροσανατολίζουν πλήρως ως προς την συνολική εικόνα του έργου. Ο Λευτέρης Βογιατζής αξίζει συγχαρητήρια για την εξαιρετική σκηνοθεσία του. Στον διττό χαρακτήρα του Ρουτ (επικεφαλής) που ενσαρκώνει όμως και κυρίως ως προς την κωμική πλευρά του δεν πείθει στο ελάχιστο. Είναι εμφανές πως δυσκολεύεται να μεταδώσει και να εκφράσει στην ερμηνεία του τα κωμικά στοιχεία του χαρακτήρα που υποδύεται. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί ανταποκρίνονται με ενδιαφέρον στους ρόλους τους με τον Δημήτρη Ήμελλο να ξεχωρίζει ως ο υποτακτικός υπασπιστής Γκιμπς που περιμένει στωικά την αλλαγή της ιεραρχίας. Ιδιαίτερα καλοδουλεμένη η μετάφραση του Νίνου Φένεκ- Μικελίδη. Από τις πιο προσεγμένες της φετινής θεατρικής περιόδου όπως και το ατμοσφαιρικό σκηνικό της Εύας Μανιδάκη. Όσο και αν βοηθούν όμως τα επιμέρους, το έργο παραμένει υπερεκτιμημένο και επιλεγμένο με λάθος σκεπτικό. Γ.Ε