THEATRE / ΘΕΑΤΡΟ
Ηρακλής μαινόμενος @ Παλαιό ελαιουργείο Ελευσίνας, Θέατρο Άλσους Ηλιούπολης, Θέατρο «Αλέξης Μινωτής», Άλσος Βεϊκου, Θέατρο Άλσους Νέας Σμύρνης, Θέατρο Πέτρας
3.5

ίναι από τις σπάνιες περιπτώσεις, όπου ο πρωταγωνιστής της παράστασης είναι ο σκηνοθέτης. Το ποιοί και το πως αποκτά δευτερεύουσα σημασία. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στο ψυχογράφημα του εγκεφάλου του, στη αποτύπωση της καλλιτεχνικής του δεξιοτεχνίας, στο σκηνοθετικό του πνεύμα. Και η παραμικρή λεπτομέρεια φωνάζει το όνομα του. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός θα είχε στήσει μια από τις πιο ξεχωριστές παραστάσεις των τελευταίων ετών αν δεν υπερέβαλε εαυτό, προσπαθώντας να ξεπεράσει το μέτρο που με τόση επιτυχία χάραξε.

Ο «Ηρακλής μαινόμενος» είναι ένα από τα λιγότερα παιγμένα αρχαία έργα. Έμπνευση του Ευριπίδη, παρουσιάζει την επιστροφή του Ηρακλή από τον κάτω κόσμο, την στιγμή που η γυναίκα, τα παιδιά και ο πατέρας του έχουν καταδικαστεί σε θάνατο από τον Λύκο, παράνομο βασιλιά της Θήβας. Ο πρωταγωνιστής των περίφημων άθλων θα σκοτώσει τον Λύκο, αλλά η θεόσταλτη τρέλα από την Ήρα θα τον οδηγήσει στη δολοφονία των παιδιών και της συζύγου του. Ως την στιγμή της επιστροφής του Ηρακλή, η παράσταση είναι ένα σκηνοθετικό κομψοτέχνημα. Μια ιδιοφυής καλλιτεχνική αποτύπωση. Οι ευφυείς παραλληλισμοί με την σημερινή πραγματικότητα, το καλαίσθητο χιούμορ που δεν προσβάλει και αποσυντονίζει έργο και θεατή, ο ανατρεπτικός χορός αλλά και ο ουσιαστικός και μελετημένος λόγος ύπαρξης ερμηνευτικά και κινησιολογικά κάθε ηθοποιού (εξαιρετική η κινησιολογία του Κωνσταντίνου Ρήγου) συνθέτουν μια θριαμβευτική προσπάθεια. Το δείγμα γραφής του Μαρμαρινού, ως την στιγμή αυτή, ανεβάζει τον πήχη στο ζενίθ, για αυτό και οι λίγες μεν αλλά άνευ λόγου έντονα φλύαρες σκηνές που ακολουθούν, δεν συμβάλουν στην συμπλήρωση μια παράστασης που είχε όλες τις προϋποθέσεις να πλησιάσει το τέλειο. Ιδιαίτερες ερμηνευτικές εκπλήξεις δεν υπάρχουν, αν εξαιρέσει κανείς τον αμήχανο Θοδωρή Αθερίδη (Θησέας) και τους ιδιαίτερα ταλαντούχους νέους του χορού. Αν δεν είναι η καλύτερη ελληνική παραγωγή του καλοκαιριού, είναι από τις εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις που μια παράσταση αρχαίου δράματος, διάρκειας σχεδόν τριών ωρών –ακόμη και στις φλύαρες στιγμές της– καταφέρνει να μην χάσει λεπτό το σκοπό της. Γ.Ε.