THEATRE / ΘΕΑΤΡΟ
Hannele @ Θέατρο του Νέου Κόσμου
3

H Hannele που σκηνοθέτησε ο Θάνος Τοκάκης έχει ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό. Σε αιφνιδιάζει. Γραμμένο στα τέλη του 19ου αιώνα το έργο του Νομπελίστα Gerhart Hauptmann, αποκτά προκλητικά σύγχρονη μορφή ενώ προσπαθεί να ισορροπήσει δράμα και χιούμορ σε μια σχεδόν “μιουζικαλική” παραζάλη, όπως αυτή που βιώνει η ηρωίδα. Και όλα αυτά χωρίς να προσβάλλει έργο και θεατές.

Κακοποιημένη από τον πατέρα της, η 14χρονη Hannele θα βρεθεί στο πτωχοκομείο από όπου θα αρχίσει να ονειρεύται την φυγή της από τον κόσμο. Η διακαής της επιθυμία να πεθάνει για να απαλλαχτεί από τα βάσανα της, θα εκπληρωθεί μέσα από ένα ονειρικό πέρασμα. Εκεί θα συναντήσει την νεκρή μητέρα της, αγγέλους που χορεύουν στους ρυθμούς του Dancing queen των Abba και μοιρολογίστρες σε συγχρονισμό χορωδίας. Ναι, η παράσταση έχει αρκετά αφηγηματικά κενά και παρουσιάζει πλατιάσματα. Η απόπειρα όμως μιας μελετημένης ανατροπής και ισορροπίας μεταξύ σοβαρού και χαριτωμένου σε ένα κλασσικό κείμενο, είναι που θριαμβεύει στην πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Θάνου Τοκάκη. Η νεοτεριστική του προσέγγιση εκπλήσσει αλλά δεν κουράζει. Δεν απογοητεύει και δεν αποδυναμώνει την ιστορία. Ερμηνευτικά εξαιρετικοί ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς και η Κωνσταντίνα Τάκαλου ενώ ιδιαίτερα φιλότιμη η προσπάθεια του Χαράλαμπου Νικολάου στα σκηνικά και τα κοστούμια. Η Hannele ήταν για τον βαθιά νατουραλιστή συγγραφέα της το πρώτο πέρασμα σε ένα λιγότερο ρεαλιστικό θέατρο. Για το σημερινό ελληνικό κοινό πρόκειται για μια παράσταση με νεανικό αέρα που καταφέρνει να κρατά το θεατή.
|Γιώργος Ευφραιμίδης

O σκηνοθέτης της παράστασης Θάνος Τοκάκης μίλησε στο REVma -/+:

Για πρώτη φορά από τη θέση του σκηνοθέτη, είδες την προηγούμενη εβδομάδα την πρεμιέρα της παράστασης που έστησες. Τι ακριβώς ένιωσες;
Είχα άγχος. Και είναι διαφορετικό από εκείνο του ηθοποιού. Εκεί πέρνεις όλη την κατάσταση επάνω σου. Ως ηθοποιός έχεις το άγχος αν θα είσαι ανοιχτός ως προς την επικοινωνία που σου ζητά ο σκηνοθετής, αποδοτικός σύμφωνα με τα δικά σου κριτήρια. Ως σκηνοθέτης όμως έχεις εναποθέσει όλες τις ελπίδες σου στους ηθοποιούς. Δεν μπορείς να επέμβεις πουθενά και αυτό είναι που σου δημιουργεί μεγαλύτερο άγχος.

Έχεις τιμηθεί με το βραβείο Δημήτρης Χόρν ως καλύτερος νέος ηθοποιός το 2011. Στη πρώτη σου σκηνοθετική απόπειρα, ήταν μεγαλύτερο το αίσθημα ευθύνης και άγχους λόγω της διάκρισης;
Πέρα του βραβείου είχα εξ’ αρχής την αγωνία για το αποτέλεσμα της παράστασης και την αποδοχή της από τον κόσμο. Το βραβείο από μόνο του δεν μου δημιούργησε κανένα επιπλέον άγχος. Προσπαθώ να προχωρώ για μένα και όχι για το γεγονός ότι έχω μια τιμητική διάκριση. Θα ήμουν τρομερά εγκλωβισμένος αν συνέβαινε το αντίθετο.

Ποιό είναι το μήνυμα του έργου και πως το διαχειρίστηκες;
Αυτό που αναγνώσαμε από την αρχή είναι η ύπαρξη του φόβου για όλα. Ένας φόβος για κάτι ανώτερο που κυριεύει τους πάντες. Ο συγγραφέας προσδιορίζει το φόβο σε ένα θρησκευτικό κυρίως πλαίσιο. Εμένα δεν με ενδιέφερε μια τέτοια προσέγγιση. Δεν είχα καμία πρόθεση να υπονομεύσω τη θρησκεία ή κάτι παρεμφερές. Σκέφτηκα τι θα ήταν αυτό που θα μπορούσε να λειτουργήσει στην σημερινή εποχή τόσο απόλυτα και δογματικά όσο ο χρηστιανισμός την εποχή που γράφτηκε το έργο. Σήμερα λοιπόν, υπάρχουν άλλα «πρότυπα» και «ιδανικά» που έχει επιβάλλει η κοινωνία και τα οποία με την σειρά τους καλλιεργούν το φόβο και την ενοχή και πάνω σε αυτά αναπτύξαμε το έργο.