EXHIBITIONS / ΕΚΘΕΣΕΙΣ
Βίκυ Γεωργιοπούλου “Μια θέση στο δημόσιο” @ Γκαλερί 7
4

Μια καταθλιπτική και μίζερη αίσθηση σε ένα περιβάλλον από βαριεστημένους υπαλλήλους είναι η πρώτη εικόνα που έρχεται στο νου όταν αναφέρεται κάποιος στον αμαρτωλό δημόσιο τομέα. Η Βίκυ Γεωργιοπούλου έχοντας θητεύσει στα δαιμονοποιημένα γραφεία του κράτους, προσπαθεί να ανατρέψει κοινωνικά στερεότυπα, αποτυπώνοντας με χιούμορ που ξεπερνά την πρώτη αναμασημένη ανάγνωση, μια ομάδα ανθρώπων που πεθαίνει να ζήσει.

Έντεκα μεγάλοι πίνακες από ακρυλικά και ακόμη δώδεκα έργα ανακοινώσεις-βεβαιώσεις του δημοσίου με μεικτή τεχνική είναι το σύνολο της έκθεσης «Μια θέση στο δημόσιο». Το μεγάλο προτέρημα των έργων της Γεωργιοπούλου είναι η αφοπλιστική ρεαλιστικότητα των προσώπων που πρωταγωνιστούν στα έργα της. Οι ήρωες της, υπάλληλοι που κάθονται ευλαβικά σε γραφεία από φορμάικα, κουβαλούν όλη την αποπνικτική ατμόσφαιρα του δημοσίου. Ταυτόχρονα όμως αυτό που τους διαφοροποιεί από την προφανή πραγματικότητα είναι η ασφυκτική τους ανάγκη να ξεφύγουν. Προσδοκούν υπνωτισμένοι την περίοδο των διακοπών, χάνονται σε ένα βαθύ ύπνο με όνειρα που πλάθουν μια άλλη ζωή, στο τέλος όμως απλά αποδέχονται την κατάσταση που είναι ανίκανοι να αλλάξουν. Όλοι τους μηχανικά μοιάζουν παραδομένοι σε μια κατάσταση που εξ’ ορισμού δείχνει να είναι χαμένη. Ποιος να επιβληθεί και να ανατρέψει μια τόσο σαθρή από την ρίζα της πραγματικότητα; Η Γεωργιοπούλου αν και θυματοποιεί τους ήρωες της, αποδίδει ωστόσο με γλαφυρό χιούμορ την άλλη αλήθεια του δημοσίου. Εκείνη που οι υπάλληλοι πνίγονται στην γραφειοκρατία και δουλεύουν μηχανικά χωρίς δημιουργικό συναίσθημα, όχι επειδή είναι ανίκανοι, αλλά επειδή αργά ή γρήγορα τα γρανάζια της δημόσιας μηχανής τους αναμασούν. Ανεξάρτητα όμως από τις προθέσεις της καλλιτέχνιδας, μεγαλύτερη επιτυχία της έκθεσης είναι ότι καταφέρνει να προβληματίσει σε τέτοιο βαθμό που είναι δύσκολο να καταλήξει κανείς αν το δημόσιο ευθύνεται για τους υπαλλήλους του ή αν οι υπάλληλοι του θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ένα διαφορετικό δημόσιο τομέα.
|Γ.Ε

Η Βίκυ Γεωργιοπούλου μίλησε στο REVma -/+:

REVma -/+: Εργαστήκατε για ένα χρόνο στο δημόσιο. Ήταν αυτή η εμπειρία τόσο δυνατή ώστε να αποτελέσει πηγή έμπνευσης της έκθεσης σας; Έπαιξε ρόλο στην επιλογή του θέματος και ο κοινωνικός «στιγματισμός» των δημοσίων υπαλλήλων;
Βίκυ Γεωργιοπούλου: Εργάστηκα το 2009 στην Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιά. Έχοντας κουραστεί από το 2005 που διορίστηκα σε σχολείο ως εικαστικός να περιμένω μια μετάθεση που ίσως να μην έρθει ποτέ και μη μπορώντας να πάρω απόσπαση σε κάποιο σχολείο της Αθήνας αποφάσισα να αποσπαστώ σε γραφείο προκειμένου να είμαι στο σπίτι μου. Ήξερα από την αρχή ότι δεν θα μου άρεσε αυτή η δουλειά αλλά είχα κουραστεί μακριά από το σπίτι μου. Ένιωθα σαν να ήταν η ζωή μου σε μια παρένθεση όλα αυτά τα χρόνια στην επαρχία. Τον εγκλωβισμό τον βίωσα και στο γραφείο και στην επαρχία. Τελικά μετά την εμπειρία μου στο γραφείο ξαναγύρισα στην επαρχία. Η εμπειρία στην διεύθυνση ήταν όντως πολύ δυνατή. Από την πρώτη μέρα το είχα μετανιώσει. Υπήρχαν στιγμές που νόμιζα ότι θα τρελαθώ. Από τη στιγμή που δεν παρήγαγα έργο ήμουν μια μηχανή παραγωγής του τίποτα. Από την άλλη την είδα σαν τεστ αντοχής. Έπρεπε να τα καταφέρω. Οι εικόνες των έργων μου σκάλωσαν στο κεφάλι μου από τις πρώτες εβδομάδες. Αυτό που με ενόχλησε και με θύμωσε ήταν το γεγονός ότι δεν μπορούσα να ζωγραφίσω. Είχα πολύ όρεξη για δουλεία αλλά γυρνώντας από το γραφείο, χωρίς να κάνω τίποτα, εξαντλημένη σωματικά και ψυχικά δεν είχα το κουράγιο να δημιουργήσω. Αρχικά με πίεσα, αποτέλεσμα η μιζέρια που είχα αρχίσει να συσσωρεύω μέσα μου, να βγει στην μορφολογία των έργων μου. Εντόπισα γρήγορα την αδυναμία μου, αποδεσμεύτηκα από αυτή και ελευθέρωσα το πλάσιμο της σάρκας των υπαλλήλων. Ο αρνητικός στιγματισμός των δημοσίων υπαλλήλων δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην επιλογή του θέματος. Ήταν καθαρή σύμπτωση αλλά ταίριαξε με τις συγκυρίες της εποχής.

REVma -/+: Οι πρωταγωνιστές των έργων σας είναι τόσο ρεαλιστικοί σαν να έχουν αποτελέσει αληθινά πρόσωπα της καθημερινότητας σας. Πρόκειται για πορτρέτα υπαρκτών ανθρώπων;
B.Γ.: Είναι φίλοι, συγγενείς και συνάδερφοι. Αυτή η οικειότητα μου είναι απαραίτητη. Μόνο ο αποσπασμένος υπάλληλος που είναι μετανάστης δεν είναι πρόσωπο που γνωρίζω προσωπικά αλλά και αυτός αποτέλεσε για ένα διάστημα κομμάτι της καθημερινότητάς μου αφού τον έβλεπα καθημερινά σε κάποια φανάρια πηγαίνοντας και γυρνώντας από την δουλειά.

REVma -/+: Γενικότερα θα έλεγε κανείς ότι επιχειρείτε να «αποδαιμονοποιήσετε» το ρόλο του δημόσιου υπαλλήλου, παρουσιάζοντας τον ως θύμα του συστήματος που αναγκάζεται να επιζήσει μέσα σε αυτό. Πόσο επιδιώξατε κάτι τέτοιο;
B.Γ.: Τα τελευταία τρία, τέσσερα χρόνια ακούμε από παντού ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι ευθύνονται για την οικονομική κρίση, ότι πληρώνονται και δεν δουλεύουν, ότι είναι άχρηστοι κτλ. Θεωρώ ότι είναι λάθος να γενικεύουμε και να λέμε μέρος της αλήθειας για να εξυπηρετήσουμε τους στόχους μας. Μήπως πίσω από τα φαινόμενα στιγματισμού των δημοσίων υπαλλήλων βρίσκονται καλοστημένα δίκτυα παραπληροφόρησης που τροφοδοτούν με ψευδή στοιχεία και μισές αλήθειες το δημόσιο διάλογο για να δηλητηριάσουν το δημόσιο και να ανοίξουν τις πύλες της ιδιωτικοποίησης; Ναι, όντως υπάρχουν δημόσιοι υπάλληλοι που κάθονται, που δεν δουλεύουν, που έχουν βολευτεί, που έχουν γίνει ένα με την καρέκλα τους και γι’ αυτό θα πρέπει να ξεκινήσει μια αξιοκρατική αξιολόγηση, αλλά υπάρχουν και υπάλληλοι που πραγματικά κάνουν καλά την δουλειά τους και την αγαπάνε. Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω κάποιους από αυτούς και να αλλάξει η μέχρι τότε παγιωμένη άποψή μου. Τον δημόσιο υπάλληλο στα έργα μου τον παρουσιάζω ως θύμα του συστήματος γιατί αισθάνομαι θύμα αυτού.

REVma -/+: Υπήρξε κάποια φιγούρα της σειράς που δεν έφτασε μέχρι τους τοίχους της έκθεσης; Και αν, τι απεικόνιζε;
B.Γ.: Ναι. Υπάρχουν 4 έργα που δεν εκτέθηκαν επειδή πουλήθηκαν. Ο υπάλληλος Β που πνίγεται στη δουλειά ο οποίος είναι «θαμμένος» μέσα σε δύο στοίβες από ντοσιέ και βιβλία με μια έκφραση αποχαύνωσης. Ο υπάλληλος Ε που ονειρεύεται. Είναι νέα και έχει όνειρο σε αντίθεση με την ηλικιωμένη που το όνειρό της είναι κενό γιατί της το έχουν κλέψει. Ονειρεύεται τον εαυτό της και το ταίρι της ως σύγχρονους Αδάμ και Εύα σε ένα ραφαηλίστικο τοπίο όπου το μήλο είναι στο mac. Ο υπάλληλος Ζ που δεν προλαβαίνει να βγει στην σύνταξη. Απεικονίζει μια ηλικιωμένη με ένα μαντίλι στο κεφάλι που καταρρέει την ώρα που επικυρώνει ένα έγγραφο. Το σκηνικό το ολοκληρώνει μια αφίσα για τις υπηρεσίες που υποχρεούται να προσφέρει το δημόσιο. Και τέλος το έργο «Μια θέση στο δημόσιο» που παρουσιάζει μια κενή πολυπόθητη θέση με τον καφέ της παρηγοριάς σε ένα γραφείο όπου ο πνιγμένος χώρος από μητρώα μας παραπέμπει σε φυλακή λόγω του μικρού παραθύρου με τα κάγκελα πάνω δεξιά, εκτέθηκε στην έκθεση re-culture στην Πάτρα το 2012.