THEATRE / ΘΕΑΤΡΟ
Ψευδοεξομολογήσεις @ Φεστιβάλ Αθηνών, Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών
2.5

Ή αλλιώς πως μια από τις ντίβες του Ευρωπαϊκού θεάτρου και κινηματογράφου κάνει ανάρπαστα περίπου 2.000 εισιτήρια τριών συνεχόμενων παραστάσεων, χωρίς αυτό που συμβαίνει στην σκηνή, να δικαιολογεί το θόρυβο της άφιξης της. Ο αέρας της Isabelle Huppert, μιας γοητευτικής γυναίκας που στα 61 της θυμίζει ακόμη ενζενί και σαγηνεύει ερμηνευτικά, δεν είναι αρκετά για να μας πείσουν πως μια κωμωδία του 1737 έχει σήμερα το ίδιο ενδιαφέρον για το ελληνικό κοινό, όπως αυτή που φαίνεται ότι είχε για το γαλλικό, στο οποίο πρόσφατα παρουσιάστηκε σε συμπαραγωγή του θρυλικού Odéon-Théâtre de l’Europe.

Ο Πιέρ ντε Μαριβώ, ο μεγαλύτερος γάλλος κωμωδιογράφος μετά τον Μολιέρο, συνέθεσε μια κωμωδία με βάση το αγαπημένο του θέμα, τον ανομολόγητο και δυσπρόσιτο έρωτα. Ο νεαρός, φτωχός δικηγόρος Ντοράντ αναλαμβάνει τη θέση του διαχειριστή της πλούσιας χήρας Αραμίντ. Ερωτευμένος μαζί της εδώ και καιρό, προσπαθεί να την προφυλάξει από τον γάμο συμφερόντων, που ονειρεύεται η νευρωτική μητέρα της, για να γίνει πεθερά κόμη. Ελκυστικό, με ανατροπές, μυστικές συμμαχίες, πρόσωπα κλειδιά, το ταξικό ζήτημα πρωταγωνιστή και ένα γοητευτικό αθυρματώδες ερωτικό παιχνίδι που εκρήγνυται στο τέλος, είναι όσα χαρακτηρίζουν τις διαρκείς (ψευδο)εξομολογήσεις. Ο Luc Bondy που σκηνοθέτησε την παράσταση βασίστηκε στην ερμηνεία της Huppert. Σαν τοτέμ, σχεδόν αποκλειστικά. Οι ελάχιστες σκηνές που παρουσιάζουν σκηνοθετικό ενδιαφέρον της ανήκουν και εκείνη τον αποζημίωσε ερμηνευτικά. Το ανέβασμα όμως δεν επικοινωνεί με το σήμερα, όσο και αυτό συγκαταλεγόταν στις προθέσεις του σκηνοθέτη και η παλαιική αίσθηση μεταφέρεται διάχυτη από την αρχή ως το τέλος. Το ξεχωριστό γλωσσικό ύφος του Μαριβώ που έχει αποδοθεί με τον όρο «μαριβοντάζ», η πρωτόγνωρη δηλαδή λεπτότητα ύφους που λειτουργεί αντιστικτικά με την προβληματική που αναπτύσσει, σε καμία περίπτωση δεν θριαμβεύει με την σκηνοθετική προσέγγιση, πόσο μάλλον με την ελληνική, συχνά άνευρη και ελλιπή μετάφραση της παράστασης. Oι ηθοποιοί από την άλλη, φέρνουν εις πέρας πετυχημένα την αποστολή τους χωρίς βέβαια ιδιαίτερους εντυπωσιασμούς, με τον Jean-Damien Barbin να ξεχωρίζει στο ρόλο του υπηρέτη που κινεί τα νήματα της ίντριγκας. Λιτό, λειτουργικό και ενδιαφέρον ως προς την κινητικότητα του με τους κινούμενους τοίχους του σαλονιού, το σκηνικό του Johannes Schütz «ζει» την πιο ατμοσφαιρική σκηνή του στο τέλος της παράστασης όταν ο ουρανός γεμίζει αστέρια σε μια υπέροχα(!) σκηνοθετημένη ερωτική κάθαρση. Ο θρίαμβος του έρωτα, η απολαυστική Huppert.