THEATRE / ΘΕΑΤΡΟ
Διασκεδαστικές ιστορίες περί θνητότητας @ Φεστιβάλ Αθηνών, Πειραιώς 260
3

Μια γλυκιά επιθυμία για ζωή, όπως η αίσθηση που μένει στο τέλος κάθε ταινίας του παλιού κινηματογράφου. Σκηνές από μια καθημερινότητα όπως εκείνη του διπλανού διαμερίσματος. Άνθρωποι σε πραγματική διάσταση και αληθινό περιβάλλον. Η παράσταση του Γιάννη Μόσχου φωτεινή, έγχρωμη, αισιόδοξη, με σπαρταριστές ερμηνείες και μια φρεσκάδα να την διαπερνά σαν νοσταλγικό αεράκι από τα πολύ παλιά, αποτελεί μια από τις πιο ευχάριστες στιγμές του φετινού Φεστιβάλ.

Ο Γιάννης Μόσχος χρησιμοποιεί δέκα διηγήματα του Τσέχoφ με συνδετικό άξονα τον αγώνα που κάνουμε όλοι μας, για να δικαιώσουμε την ύπαρξη μας. Δέκα σύντομες ιστορίες που περιγράφουν την ανθρώπινη ματαιότητα που προσπαθεί να αποδείξει την σημαντικότητα της, αδιαφορώντας για την θνητότητα της κατασκευής μας. Η αγάπη για την «πανοραμική παρατήρηση» της ανθρώπινης συμπεριφοράς του Τσέχωφ, χαρακτηριστικό γνώρισμα αρκετών Ρώσων συγγραφέων, δίνει στον Μόσχο την δυνατότητα να πλάσει έντονα ρεαλιστικές εικόνες σε πολλές μικρές δόσεις. Η παρουσίαση τους σε διπλή μορφή, μέσω αφήγησης και παράλληλης δραματοποίησης από τους τέσσερις εκλεκτούς ηθοποιούς, δίνει ακόμη μεγαλύτερη ζωντάνια στο τελικό αποτέλεσμα. Είναι γεγονός πως στο σύνολο τους, οι ιστορίες δεν συγκλίνουν πάντα στο σαφή στόχο για τον οποίο έχουν συρραφτεί. Είναι από τις φορές ωστόσο, που δεν προκαλεί αμηχανία, μια σημαντική μεν αλλά ανεπαίσθητη σε αυτή την περίπτωση αδυναμία. Το όλο περιβάλλον που έχει στήσει ο σκηνοθέτης, από την μακρόστενη χωμάτινη σκηνή που οργώνουν-κυνηγούν σε όλη τη διάρκεια της δραματουργικής ζωής τους οι ηθοποιοί, τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα που εναρμονίζονται με αισθητική στο χαρμόσυνο κυνήγι της θνητότητας, οι εξαιρετικές μελαγχολικές συνθέσεις του Άγγελου Τριανταφύλλου, η σκηνή (προς το τέλος) με το λυτρωτικό video art του Μάνου Αρβανιτάκη και φυσικά το αφόρητα αισιόδοξο φινάλε, συμβάλλουν σε μια παράσταση που χαίρεσαι από την αρχή ως το τέλος. Οι πρωταγωνιστές Αλέξανδρος Μυλωνάς, Μιχάλης Οικονόμου, Εύη Σαουλίδου και Λυδία Φωτοπούλου ένα γοητευτικό κουαρτέτο εξαίσιων ηθοποιών προσφέρουν την αμέριστη συμβολή τους στο τελικό αποτέλεσμα, επιβεβαιώνοντας την αξία, τη χαρά και την απόλαυση του θεάτρου. And we hope to meet you again… (παράφραση στίχων από το φινάλε…)

O πρωταγωνιστής της παράστασης Μιχάλης Οικονόμου μίλησε στο Γιώργο Ευφραιμίδη για το REVma -/+:

Οι ήρωες της παράστασης προσπαθούν διαρκώς να ανακαλύψουν το νόημα της ζωής. Πως να ζει κάποιος. Έχετε ανακαλύψει, τι είναι αυτό που περισσότερο από όλα, σας κάνει ευτυχισμένο;
Η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου καφέ, η γεύση της μαστίχας, ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, το να νοιώθω τόσο ελεύθερος όσο και να ανήκω κάπου. Μικρά πράγματα, που εν χορώ συνθέτουν το μεγαλείο της ζωής.

Αν έπρεπε να εντάξετε στο έργο μια συγκεκριμένη σύντομη ιστορία από την δική σας ζωή. Ποια θα επιλέγατε;
Όταν τεσσάρων χρονών με πήρε η μαμά μου και πήγαμε να βρούμε τον μπαμπά. Ήταν καπετάνιος. Ταξίδευε με εμπορικό φορτηγό πλοίο και μείναμε μαζί του ταξιδεύοντας σε διάφορα λιμάνια για τέσσερις μήνες. Εκεί μας βρήκε και το καλοκαίρι. Παιδάκι εγώ, έπαιζε μαζί μου όλο το πλήρωμα. Τραβούσανε κουβάδες με νερό απ’ τη θάλασσα και το πετούσαν πάνω μου, για να χαρώ. Κάποια στιγμή ένας κουβάς παρασύρθηκε απ’ το νερό και δεν μπόρεσαν να τον συγκρατήσουν, με το πλοίο πάντα εν κινήσει στα ανοιχτά. Άρχισε τότε ο απλωμένος κάβος στο κατάστρωμα να ξετυλίγεται επειδή τον τραβούσε ο κουβάς που είχε παρασυρθεί στο νερό, ενώ εγώ ήμουν ανάμεσα στα σχοινιά. Η μάνα μου τρελάθηκε, με είδε στη φαντασία της να τυλίγομαι από τα σχοινιά και να με παρασέρνουν στη θάλασσα. Για καλή μου τύχη όμως μόνο στη φαντασία της. “Από θαύμα”, είπε, δεν μπλέχτηκε το πόδι μου σε κάποιο σχοινί και τη γλίτωσα. Της αγίας Αικατερίνης ανήμερα και από τότε, κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, ένα κεράκι το ανάβει για ‘μένα που δε χάθηκα στον ωκεανό.

Διασκεδαστικές μεν, ιστορίες περί θνητότητας δε. Σας απασχολεί ο θάνατος; Έχετε σκεφτεί πως θα θέλατε να πεθάνετε;
Μια περίοδο προσπαθούσα εμμονικά να έχω στο νου μου, αυτό που λέμε μνήμη θανάτου. Όσο το δυνατό πιο συχνά μπορούσα, για να εκτιμώ αυτό που ζω τώρα. Ή και να μην το υπερεκτιμώ. Τελικά η ίδια η ζωή, τα γεγονότα που περνούν αργά ή γρήγορα από μπροστά σου, το ο,τι μεγαλώνεις, σε κάνουν να μην το σκέφτεσαι και πολύ, με αποτέλεσμα να έρχεται μόνο του, σαν φυσική λειτουργία. Θα ήθελα να πέθαινα πλήρης εμπειριών, μαλακά, και εν αγνοία μου.